κυβερνήτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κυβερνήτης < αρχαία ελληνική κυβερνήτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κυβερνήτης αρσενικό (θηλυκό: κυβερνήτρια)

  1. αυτός που κυβερνά ένα σκάφος, ο καπετάνιος (για πλοία) ή ο πιλότος (για αεροσκάφη)
  2. ο ανώτερος άρχοντας μιας πολιτείας ή μιας περιοχής που συνήθως ανήκει σε μια ομοσπονδία ή σε μια αυτοκρατορία
  3. (γενικότερα) ο αρχηγός ενός κράτους ή κυβέρνησης (τιμητικός χαρακτηρισμός χωρίς επίσημο χαρακτήρα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]