κυδωνιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κυδωνιά | κυδωνιές |
| γενική | κυδωνιάς | κυδωνιών |
| αιτιατική | κυδωνιά | κυδωνιές |
| κλητική | κυδωνιά | κυδωνιές |
[
]
Ετυμολογία
- κυδωνιά < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κυδωνιά θηλυκό
- (βοτανική) φυλλοβόλο δέντρο (λατινικό όνομα Cydonia oblonga), με άσπρα ή ροζ άνθη, που κατάγεται από την Ασία και παράγει κίτρινους καρπούς (κυδώνια) οι οποίοι μοιάζουν στο σχήμα με το αχλάδι