κυλώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κυλώ < αρχαία ελληνική κυλίω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ci.ˈlɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

κυλώ

  1. κινούμαι ομαλά πάνω σε μια διαδρομή εκτελώντας περιστροφική κίνηση
    καθώς οι τροχοί του αυτοκινήτου αρχίζουν να περιστρέφονται, η τριβή με την επιφάνεια του δρόμου κάνει το αυτοκίνητο να κυλήσει προς τα εμπρός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τσουλώ, ρολάρω
  2. (για υγρά) κινούμαι ομαλά από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο, ρέω
    τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του
    το ποτάμι κυλάει
  3. (μεταφορικά, για το χρόνο) περνώ
    τα χρόνια κυλούν

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]