κυλώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κυλώ < αρχαία ελληνική κυλίω
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
κυλώ
- κινούμαι ομαλά πάνω σε μια διαδρομή εκτελώντας περιστροφική κίνηση
- (για υγρά) κινούμαι ομαλά από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο, ρέω
- τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του
- το ποτάμι κυλάει
- (μεταφορικά, για το χρόνο) περνώ
- τα χρόνια κυλούν