κυνάγχη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυνάγχη -
γενική κυνάγχης -
αιτιατική κυνάγχη -
κλητική κυνάγχη -

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κυνάγχη < κύων (: σκύλος) + ἄγχω (: πνίγω)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ci.ˈna.ŋçi/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κυνάγχη θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. (ιατρική) φλεγμονή του φάρυγγα που προκαλεί δυσκολία στην αναπνοή και την κατάποση
  2. (ειδικότερα) ασθένεια των σκύλων που προκαλεί φλόγωση των πνευμόνων και μπορεί να καταλήξει σε θάνατο


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη