κυνόδοντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κυνόδοντας κυνόδοντες
γενική κυνόδοντα κυνοδόντων
αιτιατική κυνόδοντα κυνόδοντες
κλητική κυνόδοντα κυνόδοντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κυνόδοντας < αρχαία ελληνική κυνόδους < κυν- (< κύων) + οδοντ- (< ὀδούς) + -ας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ci.ˈnɔ.ðɔⁿ.das/
η θέση των κυνόδοντων της άνω γνάθου στην οδοντοστοιχία του ενηλίκου και του παιδιού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κυνόδοντας αρσενικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]