κωμικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική κωμικός κωμική κωμικό
γενική κωμικού κωμικής κωμικού
αιτιατική κωμικό κωμική κωμικό
κλητική κωμικέ κωμική κωμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κωμικοί κωμικές κωμικά
γενική κωμικών κωμικών κωμικών
αιτιατική κωμικούς κωμικές κωμικά
κλητική κωμικοί κωμικές κωμικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κωμικός < αρχαία ελληνική κωμικός < κῶμος + -ικός (2:σημασιολογικό δάνειο από (γαλλικά) comique)

Open book 01.svg Επίθετο[]

κωμικός

  1. ο σχετικός με την κωμωδία
  2. που προκαλεί το γέλιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κωμικός αρσενικό

  1. ηθοποιός που παίζει μόνο ή επί το πλείστον σε κωμωδίες

32πχ Μεταφράσεις[]