κόβω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
κόβω < αρχαία ελληνική κόπτω
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
κόβω, παρατ.: έκοβα, στιγμ. μέλλ.: θα κόψω, αόρ.: έκοψα , παθ.φωνή: κόβομαι , μτχ.π.π.: κομμένος
- διαιρώ κάτι σε μικρότερα μέρη
- πότε θα κόψουμε την πρωτοχρονιάτικη πίτα;
- αφαιρώ ένα μέρος από κάτι· αποκόπτω
- έκοψε ένα κλαδί από το δέντρο - το κείμενο είναι πολύ μεγάλο, να κόψουμε κάτι
- διακόπτω κάτι ή κάποιον
- τον έκοψαν πάνω στο καλύτερο
- εγκαταλείπω, διακόπτω μια συνήθεια
- αναγκάζω κάποιον να διακόψει μια συνήθεια
- θα του τα κόψω εγώ αυτά
- (λαϊκό) υποθέτω ή δημιουργώ ή έχω μια γνώμη για τον χαρακτήρα κάποιου
- δεν τον έκοψες τι κουμάσι ήταν;
- εγώ σε κόβω για πολύ καλό μαθητή και ελπίζω να μη με απογοητεύσεις στις εξετάσεις
- (χαρτοπαίγνια) μετακινώ ένα τμήμα της τράπουλας από το πάνω στο κάτω μέρος της
- (σχολική ζωή, διαγωνισμοί) ως βαθμολογητής βάζω βαθμό κάτω από τη βάση σε κάποιον
- τον έκοψαν στα μαθηματικά
- (μαγειρική, αμετάβατο) για κρέμες όταν αλλοιώνεται η όψη και η γεύση τους επειδή το αυγό που περιέχεται στα υλικά τους βράζει
- αν δεν ανακατεύεις συνέχεια το αβγολέμονο, θα σου κόψει
- (μαγειρική, αμετάβατο) για το γάλα όταν έχει τυροποιηθεί μερικώς λόγω όξυνσης ή ηλικίας
- ποιος ξέρει πόσες μέρες το έχει αυτό το γάλα, έβαλα να το ζεστάνω και αυτό έκοψε
- (αθλητισμός) παρεμβαίνω αμυντικά και αποτρέπω επιθετική κίνηση ή πάσα του αντιπάλου
Εκφράσεις [
]
- κόβει το μυαλό του, του κόβει: για κάποιον έξυπνο, εύστροφο (που έχει κοφτερό μυαλό)
- κόβει το μάτι του: για κάποιον που είναι παρατηρητικός ή/και διορατικός
- κόβω το τιμόνι δεξιά (ή αριστερά): στρέφω απότομα το τιμόνι προς μια διεύθυνση
- κόβω δρόμο: ακολουθώ μια συντομότερη διαδρομή
- μου έκοψε τη χολή: με αιφνιδίασε και με τρόμαξε, με κοψοχόλιασε
- κόβω λεφτά: εκδίδω νόμισμα (όπως κάνει το νομισματοκοπείο) · (μεταφορικά) έχω πολλά κέρδη
Συνώνυμα [
]
[
]
- κοπή
- κοπίδι
- → δείτε τη λέξη: κόπος
- κοπτήρας
- κόπτης, κόφτης, Κόπτης
- κοπτικός
- κόπτομαι
- κοφτερός
- κόψη
- κοψιά
- κοψίδι
- κόψιμο
Σύνθετα [
]
- κοψοχείλης
- κοψομεσιάζω, κοψομεσιάζομαι
- κοψοχέρης
- κοψοχολιάζω
- κοψοχρονιά
- → δείτε τη λέξη: κόπτω
- → δείτε τη λέξη: -κοπώ
Μεταφράσεις [
]
διακόπτω μια συνήθεια
μαγειρική