κόκαλο

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόκαλο κόκαλα
γενική κόκαλου, κοκάλου κόκαλων, κοκάλων
αιτιατική κόκαλο κόκαλα
κλητική κόκαλο κόκαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κόκαλο < αρχαία ελληνικήκόκκαλος, έγινε ουδέτερο κατά το ὀστοῦν
κόκαλο ζώου
ένα κόκαλο για τα παπούτσια

Open book 01.svg Ουσιαστικό

κόκαλο ουδέτερο

  1. (καθομιλουμένη) κάθε ένα από τα στερεά τμήματα του σκελετού του ανθρώπου και όλων των σπονδυλωτών
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: οστό
  2. αντικείμενο από κέρατο ή αλλο υλικό που το χρησιμοποιούμε για να φορέσουμε τα παπούτσια μας

Εκφράσεις

περίμενα τους φίλους μου μες στη βροχή και βράχηκα ως το κόκαλο
  • γερό κόκαλο: που έχει γερή κράση, υγεία και αντοχή
είναι γερό κόκαλο αυτός
  • κόκαλα έχει;: λέγεται συνήθως όταν αργεί να ψηθεί ο καφές
  • μένω κόκαλοβλέπε έκφραση: μένω άγαλμα
  • πετσί και κόκαλο: πάρα πολύ αδύνατος, ισχνός
  • φτάνει το μαχαίρι στο κόκαλο: εφαρμόζονται ριζικές λύσεις, διερευνάται μια υπόθεση σε όλες τις λεπτομέρειες ανεξαρτήτως του ποιος θα θιγεί
  • ως/μέχρι το κόκαλο: σε πολύ μεγάλο βαθμό, ολοκληρωτικά
είναι φανατικός Ολυμπιακός· ως το κόκαλο

Παροιμίες

  • η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει: λέγεται για τη δύναμη του λόγου

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες