κόκαλο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κόκαλο | κόκαλα |
| γενική | κόκαλου, κοκάλου | κόκαλων, κοκάλων |
| αιτιατική | κόκαλο | κόκαλα |
| κλητική | κόκαλο | κόκαλα |
Ετυμολογία [
]
- κόκαλο < αρχαία ελληνική ὁ κόκκαλος, έγινε ουδέτερο κατά το ὀστοῦν
Ουσιαστικό [
]
κόκαλο ουδέτερο
- (καθομιλουμένη) κάθε ένα από τα στερεά τμήματα του σκελετού του ανθρώπου και όλων των σπονδυλωτών
- αντικείμενο από κέρατο ή αλλο υλικό που το χρησιμοποιούμε για να φορέσουμε τα παπούτσια μας
- (αργκό) (συνήθως στον πληθυντικό) τα ζάρια σαν αντικείμενο και σαν τυχερό παιχνίδι
Γράφεται επίσης [
]
Εκφράσεις [
]
- βρέχομαι ως το κόκαλο: γίνομαι μούσκεμα
- περίμενα τους φίλους μου μες στη βροχή και βράχηκα ως το κόκαλο
- γερό κόκαλο: που έχει γερή κράση, υγεία και αντοχή
- είναι γερό κόκαλο αυτός
- κόκαλα έχει;: λέγεται συνήθως όταν αργεί να ψηθεί ο καφές
- μένω κόκαλο: μένω ακίνητος (από έκπληξη, τρόμο, κλπ). - → βλέπε έκφραση: μένω άγαλμα
- πετσί και κόκαλο: πάρα πολύ αδύνατος, ισχνός
- φτάνει το μαχαίρι στο κόκαλο: εφαρμόζονται ριζικές λύσεις, διερευνάται μια υπόθεση σε όλες τις λεπτομέρειες ανεξαρτήτως του ποιος θα θιγεί
- ως/μέχρι το κόκαλο: σε πολύ μεγάλο βαθμό, ολοκληρωτικά
- είναι φανατικός Ολυμπιακός· ως το κόκαλο
Παροιμίες [
]
- η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει: λέγεται για τη δύναμη του λόγου
[
]
Μεταφράσεις [
]
μέρος σκελετού
|
|
εργαλείο για τα παπούτσια
|