κόκκαλο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κόκκαλο < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
κόκκαλο ουδέτερο
- Κάθε ένα από τα μέρη του σκελετού.
Συνώνυμα
Συγγενικές λέξεις
Εκφράσεις
- έμεινε κόκκαλο : έμεινε ακίνητος (από έκπληξη, τρόμο, κλπ).