κόκορας

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική κόκορας κόκορες
Γενική κόκορα κοκόρων
Αιτιατική κόκορα κόκορες
Κλητική κόκορα κόκορες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ηχοποίητη λέξη (από το κο κο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈkɔ.kɔ.ɾas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ένας κόκορας

κόκορας αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) το αρσενικό της κότας
  2. ο επικρουστήρας των πυροβόλων όπλων

Σημειώσεις

  • ο πληθυντικός είναι κόκορες και κοκόροι

Εκφράσεις

  • κάνω τον κόκορα : παριστάνω τον γενναίο, χωρίς να είμαι
  • κοκόρου γνώση : έλλειψη εξυπνάδας
  • όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει : όταν εμπλέκονται πολλοί άνθρωποι σε μια υπόθεση, τα πράγματα εξελίσσονται με αργούς ρυθμούς ή τα αποτελέσματα δεν είναι θετικά


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες