κόντρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίρρημα
κόντρα
- αντίθετα, με αντίθετη φορά
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Ετυμολογία
- κόντρα < από το επίρρημα
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κόντρα | κόντρες |
| γενική | κόντρας | |
| αιτιατική | κόντρα | κόντρες |
| κλητική | κόντρα | κόντρες |
[
]
Ουσιαστικό
κόντρα θηλυκό
- η μη σωματική σύγκρουση, η αντιπαράθεση με κάποιον η οποία έχει έντονο χαρακτήρα
- ο ανεπίσημος ή αυτοσχέδιος αγώνας ταχύτητας
- το είδος ξυρίσματος που γίνεται με κατεύθυνση αντίθετη από αυτή που μεγαλώνουν οι τρίχες
- ο μηχανισμός φρεναρίσματος του ποδηλάτου που χρησιμοποιεί την ανάποδη στροφή το πεταλιού