κόπος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κόπος | κόποι |
| γενική | κόπου | κόπων |
| αιτιατική | κόπο | κόπους |
| κλητική | κόπε | κόποι |
Ετυμολογία [
]
- κόπος < κόπτω.
Ουσιαστικό [
]
κόπος αρσενικό
- Ο μόχθος, η κούραση.
- Ελπίζω το αποτέλεσμα της δουλειάς αυτής να δικαιώσει τον κόπο μου.
- Η αμοιβή από εργασία.
- Δικαιωμά σου είναι να ξοδεύεις τον κόπο σου όπως θέλεις.
Εκφράσεις [
]
- αξίζει τον κόπο: τη λέμε για κάτι που είναι καλό να γίνει παρά τα μειονεκτήματα που πιθανώς ενέχει η πραγματοποίηση του.
- κάνω τον κόπο, κάνω έναν κόπο, μπαίνω στον κόπο: εκτελώ μια εργασία, συνήθως όχι ευχάριστη.
- Κάνε τον κόπο να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό.
- τα αγαθά κόποις κτώνται: αρχαιοελληνική ρήση που σημαίνει ότι τα καλά πράγματα τα αποκτάς με κόπο.
- τα αγαθά copies κτώνται: νεοελληνική παράφραση της παραπάνω ρήσης που σημαίνει ότι τα καλά πράγματα τα αποκτάς με το να αντιγράφεις τους άλλους (δηλαδή με το να χρησιμοποιείς τον κόπο των άλλων).
- τζάμπα κόπος: τη λέμε για κάτι που έγινε ή γίνεται άδικά ή είναι μάταιο να γίνει.
- Μην ασχολείσαι, είναι χαμένη υπόθεση. Τζάμπα κόπος!
[
]
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
κόπος