κόπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: ορισμοί, συνώνυμα, κλίση.


Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κόπτω < από τη ρίζα κοπ- με πρόσφυμα

[] Open book 01.svg Ρήμα

κόπτω

  1. κόβω, αλλά στα αρχαία ελληνικά και πλήττω, χτυπώ
  2. κόπτομαι στην παθητική φωνή σήμαινε ό,τι και σήμερα, τον θρήνο, την μεγάλη προσπάθεια, αλλά και το έντονο μοιρολόι, το να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο, να οδύρεσαι
  3. στα αρχαία με δοτική το κόπτομαι σήμαινε ότι κάτι κατέτρυχε το υποκείμενο, το βασάνιζε

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

του κόπτω

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

του κόπτομαι

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

Αρχικοί Χρόνοι Ενεργητική Φωνή Μέση-Παθητική Φωνή
Ενεστώτας κόπτω κόπτομαι
Παρατατικός ἔκοπτον ἐκοπτόμην
Μέλλοντας κόψω κόψομαι & κοπήσομαι β΄παθ.
Αόριστος ἔκοψα ἐκοψάμην, ἐκόπην παθ. β΄
Παρακείμενος κέκοφα, κέκοπα κέκομμαι
Υπερσυντέλικος ἐκεκόπειν -
Συντελεσμένος Μέλλοντας κεκόψομαι


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

για το κόβω

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες