κόπτω
Από Βικιλεξικό
|
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κόπτω < από τη ρίζα κοπ- με πρόσφυμα -τ
[
]
Ρήμα
κόπτω
- κόβω, αλλά στα αρχαία ελληνικά και πλήττω, χτυπώ
- κόπτομαι στην παθητική φωνή σήμαινε ό,τι και σήμερα, τον θρήνο, την μεγάλη προσπάθεια, αλλά και το έντονο μοιρολόι, το να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο, να οδύρεσαι
- στα αρχαία με δοτική το κόπτομαι σήμαινε ότι κάτι κατέτρυχε το υποκείμενο, το βασάνιζε
[
]
Συνώνυμα
του κόπτω
[
]
Συνώνυμα
του κόπτομαι
[
]
[
]
Σύνθετα
| Αρχικοί Χρόνοι | Ενεργητική Φωνή | Μέση-Παθητική Φωνή |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | κόπτω | κόπτομαι |
| Παρατατικός | ἔκοπτον | ἐκοπτόμην |
| Μέλλοντας | κόψω | κόψομαι & κοπήσομαι β΄παθ. |
| Αόριστος | ἔκοψα | ἐκοψάμην, ἐκόπην παθ. β΄ |
| Παρακείμενος | κέκοφα, κέκοπα | κέκομμαι |
| Υπερσυντέλικος | ἐκεκόπειν | - |
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | κεκόψομαι |
[
]
Μεταφράσεις
για το κόβω