κόρη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόρη κόρες
γενική κόρης κορών
αιτιατική κόρη κόρες
κλητική κόρη κόρες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κόρη < αρχαία ελληνική κόρη ή κούρη

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈkɔ.ɾi/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κόρη θηλυκό

  1. η θυγατέρα
    έχει ένα γιο και δυο κόρες
  2. το κορίτσι, η κοπέλα
    "βλέπω μια κόρη κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί ..." από τραγούδι του Μ. Θεοδωράκη
  3. (αρχαιολογία) άγαλμα νεαρής γυναίκας της αρχαϊκής εποχής
  4. (ιατρική) η οπή στο κέντρο της ίριδας του οφθαλμού

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες