κόρη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κόρη | κόρες |
| γενική | κόρης | κορών |
| αιτιατική | κόρη | κόρες |
| κλητική | κόρη | κόρες |
Ετυμολογία [
]
- κόρη < αρχαία ελληνική κόρη ή κούρη
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
κόρη θηλυκό
- η θυγατέρα
- έχει ένα γιο και δυο κόρες
- το κορίτσι, η κοπέλα
- "βλέπω μια κόρη κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί ..." από τραγούδι του Μ. Θεοδωράκη
- (αρχαιολογία) άγαλμα νεαρής γυναίκας της αρχαϊκής εποχής
- (ιατρική) η οπή στο κέντρο της ίριδας του οφθαλμού
Μεταφράσεις [
]
η θυγατέρα
|
|