κότα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κότα | κότες |
| γενική | κότας | (κοτών) |
| αιτιατική | κότα | κότες |
| κλητική | κότα | κότες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
κότα θηλυκό
- (ορνιθολογία) θηλυκό οικόσιτο πουλί (Gallus gallus) που εκτρέφεται κυρίως για τα αβγά του• το αρσενικό λέγεται κόκορας ή πετεινός και το νεαρό πουλί κοτόπουλο
- (μειωτικά) γυναίκα χωρίς μυαλό που νοιάζεται μόνο για την εμφάνισή της ή για το κουτσομπολιό
- (μειωτικά) δειλός άνθρωπος
[
]
[
] Εκφράσεις
- βρεγμένη κότα : δειλός
- ζωή και κότα : καλοπέραση
- κοιμάται με τις κότες : κοιμάται πολύ νωρίς
- να φάνε και οι κότες : λέγεται για κάτι που υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα
- η γριά η κότα έχει το ζουμί: η εμπειρία αποδεικνύεται προτιμότερη από τη νεαρή ηλικία
[
]
Μεταφράσεις
κότα
|
|