κόψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κόψη < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κόψη θηλυκό

  1. η ακμή ενός κοφτερού εργαλείου, η λεπτή πλευρά που χρησιμεύει για να κόβει
  2. η κόψη του χεριού: το πλαϊνό μέρος του χεριού, προς το μικρό δάχτυλο (τον ωτίτη), που μπορεί να χτυπάει κάτι για να το σπάσει


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη