κόψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόψη κόψεις
γενική κόψης
& κόψεως
κόψεων
αιτιατική κόψη κόψεις
κλητική κόψη κόψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόψη < μεσαιωνική ελληνική κόψις < κόβω < αρχαία ελληνική κόπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόψη θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: κόβω

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • η κόψη του χεριού: το πλαϊνό μέρος του χεριού, προς το μικρό δάχτυλο (τον ωτίτη), που μπορεί να χτυπάει κάτι για να το σπάσει

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (βρίσκεται) στην κόψη του ξυραφιού: για κάποιον που βρίσκεται σε μια δύσκολη κατάσταση και είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να αποτύχει και να καταστραφεί

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]