κύκλωμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κύκλωμα | κυκλώματα |
| γενική | κυκλώματος | κυκλωμάτων |
| αιτιατική | κύκλωμα | κυκλώματα |
| κλητική | κύκλωμα | κυκλώματα |
Ετυμολογία [
]
- κύκλωμα < αρχ. κύκλωμα < κυκλόω-ῶ
Ουσιαστικό [
]
κύκλωμα ουδέτερο
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κυκλώνω, κύκλωση
- (μτφ.) σύνολο ποικίλων διασυνδέσεων
- στον τόπο λειτουργούν διάφορα κυκλώματα
Εκφράσεις [
]
- ηλεκτρικό κύκλωμα:(φυσ.) το σύνολο της ηλεκτρικής πηγής και των αγωγών, που συνδέουν τους πόλους
[
]
- κυκλώνω ρ.
- κύκλωση (η)
- κυκλωτικός, -ή, -ό
Δείτε επίσης [
]
- κύκλωμα στη Βικιπαίδεια
