κύλινδρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κύλινδρος κύλινδροι
γενική κυλίνδρου κυλίνδρων
αιτιατική κύλινδρο κυλίνδρους
κλητική κύλινδρε κύλινδροι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κύλινδρος < αρχαία ελληνική κυλίνδω + -ρος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈci.lin.ðɾɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ένας κύλινδρος

κύλινδρος αρσενικό

  1. (μαθηματικά) στερεό γεωμετρικό σώμα που αποτελείται από μια κυρτή επιφάνεια σε σχήμα σωλήνα και δύο ίσα και παράλληλα μεταξύ τους κυκλικά ή ελλειψοειδή επίπεδα που τέμνουν την κυρτή επιφάνεια
    • (κατ' επέκταση) η κυρτή επιφάνεια σε σχήμα σωλήνα του προηγούμενου σώματος
    • (συνεκδοχικά) καθετί που μοιάζει με το προηγούμενο σώμα
  2. χειρόγραφο από πάπυρο ή περγαμηνή που, στην αρχαιότητα, ήταν τυλιγμένο γύρω από ένα κυλινδρικό ξύλο (αντίθετα με τους κώδικες)
  3. (μηχανική) οποιοδήποτε τμήμα μηχανής με σχήμα κυλίνδρου, μέσα στο οποίο ένα έμβολο εκτελεί παλινδρομική κίνηση

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες