κύριος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | κύριος | κύρια | κύριο |
| γενική | κύριου | κύριας | κύριου |
| αιτιατική | κύριο | κύρια | κύριο |
| κλητική | κύριε | κύρια | κύριο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | κύριοι | κύριες | κύρια |
| γενική | κύριων | κύριων | κύριων |
| αιτιατική | κύριους | κύριες | κύρια |
| κλητική | κύριοι | κύριες | κύρια |
Ετυμολογία [
]
- κύριος < αρχαία ελληνική κύριος < κῦρος
Προφορά [
]
Επίθετο [
]
κύριος -α -ο
- που έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα, τη μεγαλύτερη σημασία, πρωτεύων, σημαντικός
- οι κύριοι στόχοι μας για το επόμενο εξάμηνο είναι οι εξής:...
- η κύρια σύνταξη και η επικουρική
- (γραμματική) κύρια πρόθεση: η πρόθεση των αρχαίων ελληνικών που χρησιμοποιείται τόσο στη σύνθεση όσο και στο σχηματισμό εμπρόθετων με πλάγιες πτώσεις (βλέπε και καταχρηστικός)
- (γραμματική) κύρια πρόταση: η πρόταση που μπορεί να σταθεί μόνη της στο λόγο, αυτή που δεν εξαρτάται από κάποια άλλη (βλέπε και δευτερεύων)
Μεταφράσεις [
]
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κύριος | κύριοι |
| γενική | κυρίου | κυρίων |
| αιτιατική | κύριο | κυρίους |
| κλητική | κύριε | κύριοι |
κύριος αρσενικό (θηλυκό: κυρία)
- ο κυρίαρχος
- όταν θα είσαι κύριος του εαυτού σου, να γυρνάς σπίτι ό,τι ώρα θέλεις!
- ενήλικος άνδρας
- ήρθαν δύο κύριοι και σε ζητούσαν
- συνοδεύει το όνομα ή το επώνυμο ενός ενήλικου άνδρα
- ο κύριος Παπαδόπουλος· ο κύριος Νίκος
- ο έντιμος και αξιοπρεπής άντρας, αυτός που κρατάει πάντα τη θέση του
- ο τάδε είναι ένας πραγματικός κύριος
- η μικρή του έκανε τα γλυκά μάτια, αλλά αυτός στάθηκε κύριος (δεν υπέκυψε στον πειρασμό)
- ως προσφώνηση οποιουδήποτε άντρα και στο σχολείο του δασκάλου από τους μαθητές
- Κύριε, κύριε, να πάω έξω;
Μεταφράσεις [
]
συνοδευτικό του ονόματος
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ˈkyː.ri.os/
Επίθετο [
]
κύριος α, ον
Ουσιαστικό [
]
κύριος αρσενικό
- (μεταγενέστερη ελληνική , στην κλητική) προσφώνηση που δείχνει σεβασμό
- προσέδραμε δὲ ὁ παῖς εἰς συνάντησιν αὐτῇ καὶ εἶπε· πότισόν με δὴ μικρὸν ὕδωρ ἐκ τῆς ὑδρίας σου. ἡ δὲ εἶπε· πίε͵ κύριε. (Φίλων Ιουδαίος)