Από Βικιλεξικό
- κύριος < αρχαία ελληνική κύριος < κῦρος
| Πτώση |
Ενικός |
| Ονομαστική |
κύριος |
κύρια |
κύριο |
| Γενική |
κύριου |
κύριας |
κύριου |
| Αιτιατική |
κύριο |
κύρια |
κύριο |
| Κλητική |
κύριε |
κύρια |
κύριο |
| Πτώση |
Πληθυντικός |
| Ονομαστική |
κύριοι |
κύριες |
κύρια |
| Γενική |
κύριων |
κύριων |
κύριων |
| Αιτιατική |
κύριους |
κύριες |
κύρια |
| Κλητική |
κύριοι |
κύριες |
κύρια |
κύριος -α -ο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
- κύριος < αρχαία ελληνική κύριος
| Πτώση |
Ενικός |
Πληθυντικός |
| Ονομαστική |
κύριος |
κύριοι |
| Γενική |
κυρίου |
κυρίων |
| Αιτιατική |
κύριο |
κυρίους |
| Κλητική |
κύριε |
κύριοι |
κύριος αρσενικό, κυρία θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)