κύρωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κύρωση κυρώσεις
γενική κύρωσης
& κυρώσεως
κυρώσεων
αιτιατική κύρωση κυρώσεις
κλητική κύρωση κυρώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κύρωση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κύρωση θηλυκό

  1. η επικύρωση
  2. τιμωρία ή μέτρα εναντίον κάποιου λόγω της παράβασης ενός κανονισμού, των όρων μιας συμφωνίας, μιας διεθνούς συνθήκης κ.λπ.
    η παράβαση των κανονισμών επισύρει διοικητικές κυρώσεις


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]