κύτταρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κύτταρο | κύτταρα |
| γενική | κυττάρου | κυττάρων |
| αιτιατική | κύτταρο | κύτταρα |
| κλητική | κύτταρο | κύτταρα |
[
]
Ετυμολογία
- κύτταρο < αρχαία ελληνική κύτταρον και κύτταρος (κελί κυψέλης)
[
]
Ουσιαστικό
κύτταρο ουδέτερο (πληθυντικός : κύτταρα)
- (βιολ.) η δομική και λειτουργική μονάδα των ζώντων οργανισμών (με εξαίρεση τους ιούς)
- Το κύτταρο αποτελεί τη θεμελιώδη μονάδα της ζωής.
- αρχέγονα κύτταρα, βλαστικά κύτταρα, πλακώδη κύτταρα κ.λπ.
- (μτφ.) κάθε βασική δομική μονάδα
- Η οικογένεια είναι το κύτταρο της κοινωνίας.
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
- κύτταρο στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
κύτταρο