κώδικας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κώδικας | κώδικες |
| γενική | κώδικα | κωδίκων |
| αιτιατική | κώδικα | κώδικες |
| κλητική | κώδικα | κώδικες |
Ετυμολογία [
]
- κώδικας < ελληνιστική κοινή κῶδιξ < λατινική codex
Ουσιαστικό [
]
κώδικας αρσενικό
- αρχαίο χειρόγραφο βιβλίο
- στο κριτικό υπόμνημα των στερεότυπων εκδόσεων αναφέρονται οι διαφορετικές εκδοχές του αρχαίου κειμένου που συναντάμε στους διάφορους κώδικες
- σύνολο νόμων
- κώδικας πολιτικής δικονομίας
- σύνολο συμβάσεων και άγραφων νόμων
- κώδικας τιμής
- σύνολο σημείων οργανωμένων σε ένα σύστημα που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας
- ο γλωσσικός κώδικας
- σύνολο συμβόλων για την κρυπτογράφηση και αποκρυπτογράφηση ενός μηνύματος
- (πληροφορική) ο πηγαίος κώδικας ενός προγράμματος, το κείμενο που είναι γραμμένο σε μια γλώσσα προγραμματισμού και περιέχει τις εντολές που πρέπει να εκτελέσει ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής
- ταχυδρομικός κώδικας: ο πενταψήφιος αριθμός που χαρακτηρίζει το ταχυδρομικό γραφείο μιας περιοχής
- (βιολογία) γενετικός κώδικας: η αλληλουχία των γονιδίων που αποτελούν το DNA ενός ζωντανού οργανισμού