κώλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κώλος | κώλοι |
| γενική | κώλου | κώλων |
| αιτιατική | κώλο | κώλους |
| κλητική | κώλε | κώλοι |
[
]
Ετυμολογία
- κώλος < κώλον
[
]
Ουσιαστικό
κώλος αρσενικό
- Ο πισινός, τα οπίσθια, οι γλουτοί.
- Του έδωσα μια ξυλιά στον κώλο.
- (εύχρηστο και στον πληθυντικό) Κοίτα κάτι κώλους που έχει.
- (συνεκδοχικά) Το μέρος του ρούχου που αντιστοιχεί στα οπίσθια.
- Σχίστηκε ο κώλος του παντελονιού.
- (στον ενικό) Ο πρωκτός.
- Έχω φαγούρα στον κώλο.
- (μεταφορικά) Το πίσω ή κάτω μέρος ενός αντικειμένου.
- Ο κώλος του αυτοκινήτου, ο κώλος του πλοίου (η πρύμνη), ο κώλος του αυγού.
- (μεταφορικά) Ο πυθμένας, ο πάτος αγγείου, δοχείου, καλαθιού.
- Με τόσο φορτίο άνοιξε ο κώλος του καλαθιού.
- (υβριστικά, χυδαία) Υποτιμητικός χαρακτηρισμός. Δείτε επίσης το πρόθημα κωλο-.
- Άντε πνίξου ρε κώλε!
[
] Εκφράσεις
- αγκάθια/παλούκια έχει ο κώλος του: για υπερκινητικό άνθρωπο.
- αυγό να πέσει από τον κώλο του δε θα σπάσει: για πολύ κοντό άνθρωπο.
- άμα δεν βρέξεις κώλο...(δεν τρως ψάρι): λέγεται για κάτι που δε γίνεται χωρίς προσπάθεια ή χωρίς τίμημα.
- αν σου βαστάει ο κώλος: αν τολμάς.
- γίνανε κώλος: λέγεται για άγριο τσακωμό.
- είναι κώλος και βρακί: λέγεται για δύο ανθρώπους που συνδέονται στενά.
- έκανε κι η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο: για ασήμαντο άνθρωπο που νομίζει ότι έγινε σπουδαίος.
- μιλάνε όλοι, μιλάν κι οι κώλοι: όταν εκφέρουν άποψη ή ασκούν κριτική άνθρωποι που είναι άσχετοι με το θέμα ή είναι χαμηλής υπόληψης.
- μου βγήκε ο κώλος ή μου έφυγε ο κώλος: κουράστηκα πάρα πολύ.
- ο κώλος του μυρίζει ποδαρίλα: για πολύ κοντό άνθρωπο.
- ό,τι αρπάξει ο κώλος μας: ό,τι λάχει.
- πήρε ο κώλος του φωτιά: έπαθε ζημιά.
- πότε ο Γιάννης δεν μπορεί πότε ο κώλος του πονεί: για κάποιον που υποκρίνεται τον άρρωστο.
- στήνω κώλο: υφίσταμαι ταπείνωση για να πετύχω κάτι.
- στρώσε τον κώλο σου: κάτσε ήσυχα σε ένα μέρος, αφοσιώσου στη μελέτη.
- Στρώσε τον κώλο σου και διάβασε!
- τα θέλει ο κώλος του, τον τρώει ο κώλος του: προκαλεί, πάει γυρεύοντας για μπελάδες.
- τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους κώλους: λέγεται όταν μια κατάσταση είναι πάνω από τις δυνατότητες κάποιου.
- του έκοψαν τον κώλο: του έκοψαν το θάρρος, τον τρομοκράτησαν.
- του έπιασαν τον κώλο: τον εκμεταλλεύτηκαν, π.χ. πλήρωσε κάτι παραπάνω από την πραγματική του αξία.
- του κώλου: για κάτι που δεν θεωρείται αξιόπιστο, σοβαρό ή της προκοπής
- λόγια του κώλου, ιδεολογία του κώλου, ομάδα του κώλου κ.λπ.
- του κώλου τα εννιάμερα (υβριστικά, χυδαία): για κάτι ανάξιο λόγου.
- χτυπώ τον κώλο μου κάτω: καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για κάτι.
- άσπρο κώλο που ΄χει η νύφη να ΄χαμαν και ΄μεις οι γύφτοι: έκφραση ζήλειας για κάτι δύσκολα/απίθανα εφικτό με ταυτόχρονη μια παραδοχή της αδυναμίας αυτής - μια κάποια μοιρολατρεία
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Συνώνυμα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
κώλος