λάκκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λάκκος λάκκοι
γενική λάκκου λάκκων
αιτιατική λάκκο λάκκους
κλητική λάκκε λάκκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λάκκος < αρχαία ελληνική λάκκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λάκκος αρσενικό

  1. κοιλότητα στο έδαφος ή γενικά σε οριζόντια επιφάνεια
  2. (μεταφορικά) τάφος
σκάβει το λάκκο του με τα ίδια του τα χέρια

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λάκκος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lakʷ-, συγγενές με το lacus (λατινικά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λάκκος αρσενικό

  1. τρύπα στο έδαφος
  2. φυσική ή τεχνητή λίμνη
  3. πρωτόγονη φυλακή ή θηριοτροφείο