λάμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 1[]

λάμα < ιταλική lama < λατινική lamina < αρχαία ελληνική ἐλαμένη < ἐλαύνω


Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

λάμα θηλυκό

  1. το κοφτερό εξάρτημα εργαλείων, η λεπίδα
    ακονίζω τη λάμα' του ξυραφιού
  2. μεταλλικό μακρόστενο έλασμα που χρησιμοποιείται συνήθως για να στηρίξει κάτι
    του στερέωσαν τη σπασμένη κνήμη με μία λάμα και βίδες


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

  • λάμα στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια


32πχ Μεταφράσεις[]



Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 2[]

λάμα < αγγλική lama < θιβετιανή, བླ་མ་
Dilgo Kheytse Rinpoche 1976 seattle.jpg


Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

λάμα αρσενικό


32πχ Μεταφράσεις[]



Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 3[]

λάμα < αγγλική llama < ισπανική llama
QuechuaWoman.jpg


Open book 01.svg Ουσιαστικό 3[]

λάμα ουδέτερο


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

  • λάμα στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια


32πχ Μεταφράσεις[]