λάμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 1

λάμα < ιταλική lama < λατινική lamina < αρχαία ελληνική ἐλαμένη < ἐλαύνω


[] Open book 01.svg Ουσιαστικό 1

λάμα θηλυκό

  1. το κοφτερό εξάρτημα εργαλείων, η λεπίδα
    ακονίζω τη λάμα' του ξυραφιού
  2. μεταλλικό μακρόστενο έλασμα που χρησιμοποιείται συνήθως για να στηρίξει κάτι
    του στερέωσαν τη σπασμένη κνήμη με μία λάμα και βίδες


[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

  • λάμα στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις



[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 2

λάμα < αγγλική lama < θιβετιανή, བླ་མ་
Dilgo Kheytse Rinpoche 1976 seattle.jpg


[] Open book 01.svg Ουσιαστικό 2

λάμα αρσενικό


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις



[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 3

λάμα < αγγλική llama < ισπανική, llama
QuechuaWoman.jpg


[] Open book 01.svg Ουσιαστικό 3

λάμα ουδέτερο


[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

  • λάμα στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες