λάμψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λάμψη λάμψεις
γενική λάμψης
& λάμψεως
λάμψεων
αιτιατική λάμψη λάμψεις
κλητική λάμψη λάμψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λάμψη < ελληνιστική κοινή λάμψις < αρχαία ελληνική λάμπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λάμψη θηλυκό

  1. έντονο φως από φωτεινή πηγή ή από αντανάκλαση
    η λάμψη του ήλιου
  2. (μεταφορικά) η εντύπωση που προκαλεί κάποιος που είναι υγιής και ευτυχισμένος
    η λάμψη στο πρόσωπό της
  3. (μεταφορικά) η ακτινοβολία, το να μεταδίδει κάποιος το φως του πολιτισμού και της γνώσης
    η λάμψη του αρχαίου ελληνικού πνεύματος
  4. (μεταφορικά) η λαμπρότητα
    η λάμψη του εορτασμού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]