λάχανο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λάχανο λάχανα
γενική λάχανου λάχανων
αιτιατική λάχανο λάχανα
κλητική λάχανο λάχανα
λάχανο < αρχαία ελληνική λάχανον
(Δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το ρήμα λαχανιάζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈla.xa.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λάχανο ουδέτερο

ένα λάχανο.
  1. είδος λαχανικού με σφαιρικό σχήμα και πλατιά φύλλα.
  2. (αργκό), (παρωχημένο) κλοπιμαίο

Εκφράσεις[]

  • σιγά τα λάχανα ή σπουδαία τα λάχανα: λέγεται ειρωνικά για κάτι που του έχει δοθεί δυσανάλογη σημασία σε σχέση με την πραγματική του αξία.
  • τρώω κάποιον λάχανο: σκοτώνω κάποιον άδικα

Παροιμίες[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]