λέπι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λέπι λέπια
γενική λεπιού λεπιών
αιτιατική λέπι λέπια
κλητική λέπι λέπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λέπι < αρχαία ελληνική λέπιον, υποκοριστικό του λέπος < λέπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λέπι ουδέτερο

  1. το καθένα από τα πολλά μικρά, επίπεδα και σκληρά κομμάτια κερατίνης που καλύπτουν το δέρμα των ψαριών και των ερπετών
  2. το καθένα από τα μικρά κομμάτια της επιδερμίδας που αποβάλλονται σε κάποιες δερματόπαθειες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]