λίθος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λίθος | λίθοι |
| Γενική | λίθου | λίθων |
| Αιτιατική | λίθο | λίθους |
| Κλητική | λίθε | λίθοι |
Ετυμολογία
- άγνωστη ετυμολογία
Προφορά
Ουσιαστικό
λεπτομέρεια κτίσματος από λίθο
λίθος αρσενικό
- η πέτρα, ως υλικό οικοδομικών εργασιών
- πολύτιμος λίθος: το ορυκτό πέτρωμα με ιδιαίτερη λάμψη ή/και σκληρότητα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή κοσμημάτων κι έχει μεγάλη αξία
Εκφράσεις
- ακρογωνιαίος λίθος : η πέτρα που χρησιμοποιείται ως στήριγμα της γωνίας ενός τοίχου και, έτσι, αποτελεί τη βάση του
-
- (μεταφορικά) η απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτευχθεί κάτι
- αργός λίθος : η ακατέργαστη κι ακανόνιστη πέτρα που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως οικοδομικό υλικό
- εποχή του λίθου : η πρώιμη περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας, πριν από την εποχή του χαλκού και του σιδήρου, που χαρακτηρίζεται από την παρασκευή και χρήση λίθινων εργαλείων και όπλων
- ημιπολύτιμος λίθος : μικρής αξίας ορυκτό πέτρωμα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή διακοσμητικών αντικειμένων
- καυστικός λίθος : το καυστικό κάλιο
- κυανούς λίθος : ο χαλκός
-
- συνώνυμα: γαλαζόπετρα
- λίθοι, πλίνθοι, ξύλα και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα : (λίθοι καί πλίνθοι καί ξύλα καί κέραμος ἀτάκτως ἐρριμμένα, Ξενοφῶντος Ἀπομνημονεύματα, 3,1,7): πράγματα που βρίσκονται σε πλήρη αταξία
- λίθος της κολάσεως : ο νιτρικός άργυρος
- λυδία λίθος : η σκληρή πυριτική πέτρα μαύρου χρώματος με την οποία ελέγχεται ο βαθμός γνησιότητας του χρυσού και του αργύρου
-
- (μεταφορικά) μια ιδιότητα, ένα γεγονός, μια κατάσταση, ένα όργανο που ελέγχει την αξία, την αντοχή, την ιδιότητα ενός πράγματος
- τεχνητός λίθος : ο κατασκευασμένος λίθος που είναι απομίμηση ενός πολύτιμου λίθου
- φιλοσοφική λίθος : η φανταστική πέτρα με την οποία οι αλχημιστές πίστευαν ότι θα μπορούσαν να μετατρέψουν κάθε μέταλλο σε χρυσάφι
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
πέτρα
|
|
πολύτιμος λίθος