λίτρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λίτρο λίτρα
γενική λίτρου λίτρων
αιτιατική λίτρο λίτρα
κλητική λίτρο λίτρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λίτρο < λίτρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

λίτρο ουδέτερο

  1. μονάδα μέτρησης όγκου συνήθως υγρών σωμάτων, ίση προς το ένα χιλιοστό του κυβικού μέτρου. Συμβολίζεται συχνά ως lt ή L

32πχ Μεταφράσεις[]