λαδί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λαδί < λάδι

Open book 01.svg Επίθετο[]

λαδί ( αρσενικό ο λαδής, θηλυκό η λαδιά)

  • το χρώμα του λαδιού, το κιτρινοπράσινο
  • έχει λαδί παντελόνι και λαδιά γραβάτα, αλλά δεν βρίσκει κάλτσες που να ταιριάζουν

32πχ Μεταφράσεις[]