λαδώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαδώνω < λάδι + -ώνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.ˈðɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λαδώνω

  1. αλείφω με λάδι
    λαδώνετε καλά ένα ταψί
  2. λιπαίνω μηχανή με ορυκτέλαιο
  3. λεκιάζω με λάδι
    χθες λάδωσα το πουκάμισό μου
  4. (αργκό) δίνω σε κάποιον χρήματα για να με ευνοήσει σε κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δωροδοκώ
    προσπάθησε να λαδώσει τον δικαστή αλλά δεν τα κατάφερε
  5. (θρησκεία) αλείφω με λάδι το παιδί που βαφτίζω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βαφτίζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]