λαθραίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική λαθραίος λαθραία λαθραίο
γενική λαθραίου λαθραίας λαθραίου
αιτιατική λαθραίο λαθραία λαθραίο
κλητική λαθραίε λαθραία λαθραίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λαθραίοι λαθραίες λαθραία
γενική λαθραίων λαθραίων λαθραίων
αιτιατική λαθραίους λαθραίες λαθραία
κλητική λαθραίοι λαθραίες λαθραία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λαθραίος < αρχαία ελληνική λαθραῖος < από τη ρίζα *λαθ του λανθάνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /la.ˈθɾɛ.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /la.ˈθɾɛ.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /la.ˈθɾɛ.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

λαθραίος, -α, -ο

  1. που εισέρχεται σε μία χώρα χωρίς να τηρήσει τις νόμιμες διαδικασίες και χωρίς να έχουν πληρωθεί οι νόμιμοι δασμοί
    πιάστηκε ένα φορτίο με λαθραία τσιγάρα
  2. κρυφός, παράνομος
    λαθραίοι έρωτες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]