λαθρομετανάστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λαθρομετανάστης < λαθρο- + μετανάστης

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

λαθρομετανάστης αρσενικό (θηλυκό λαθρομετανάστρια)

  1. ο μετανάστης που έχει εισέλθει λαθραία σε ξένη χώρα ή αποπειράται να κάνει κάτι τέτοιο


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη