λαιμητόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαιμητόμος λαιμητόμοι
γενική λαιμητόμου λαιμητόμων
αιτιατική λαιμητόμο λαιμητόμους
κλητική λαιμητόμε λαιμητόμοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λαιμητόμος < λαιμός + -τόμος ( < τέμνω)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /lɛ.mi.ˈtɔ.mɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

λαιμητόμος θηλυκό

  • μηχανισμός για την εκτέλεση καταδικασμένων σε θάνατο που αποτελείται από μία βάση μέσα στην οποία στερεώνεται το κεφάλι του μελλοθάνατου και μια μεγάλη λεπίδα που κατεβαίνει και του κόβει το κεφάλι
ο Λουδοβίκος ο ΙΣΤ' και η γυναίκα του οδηγήθηκαν στη λαιμητόμο

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες