λαιμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|---|
| ονομαστική | λαιμός | λαιμοί | |
| γενική | λαιμού | λαιμών | |
| αιτιατική | λαιμό | λαιμούς | |
| κλητική | λαιμέ | λαιμοί | |
| στον πληθυντικό υπάρχει και το οικείο λαιμά |
|||
Ετυμολογία [
]
- λαιμός < αρχαία ελληνική λαιμός
Ουσιαστικό [
]
λαιμός αρσενικό
- μέρος του σώματος που συνδέει το κεφάλι με το κυρίως σώμα
- (ειδικότερα) το μπροστινό εσωτερικό μέρος του τμήματος αυτού που περιλαμβάνει το λάρυγγα και τον φάρυγγα
- (συνεκδοχικά) το τμήμα οποιουδήποτε ρούχου που βρίσκεται στην περιοχή γύρω από το λαιμό ή στην άκρη του
- (συνεκδοχικά) οτιδήποτε μοιάζει με λαιμό, το τμήμα οποιουδήποτε αντικειμένου στο σημείο που στενεύει και βρίσκεται κοντά στη μία άκρη του
[
]
Μεταφράσεις [
]
τμήμα του σώματος
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
|
|
|
|
|
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λαιμός | λαιμώ | λαιμοί |
| Γενική | λαιμοῦ | λαιμοῖν | λαιμῶν |
| Δοτική | λαιμῷ | λαιμοῖν | λαιμοῖς |
| Αιτιατική | λαιμόν | λαιμώ | λαιμούς |
| Κλητική | λαιμέ | λαιμώ | λαιμοί |
Ετυμολογία [
]
λαιμός < αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανόν από τη λέξη λαῖτμα (βυθός, χάσμα)
Ουσιαστικό [
]
λαιμός αρσενικό
- λαιμός, λάρυγγας
- λαιμός μπουκαλιού (μεταγενέστερη έννοια)
Επίθετο [
]
λαιμός, ή, όν