λαιμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαιμός λαιμοί
γενική λαιμού λαιμών
αιτιατική λαιμό λαιμούς
κλητική λαιμέ λαιμοί
στον πληθυντικό υπάρχει
και το οικείο λαιμά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαιμός < αρχαία ελληνική λαιμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαιμός αρσενικό

  1. μέρος του σώματος που συνδέει το κεφάλι με το κυρίως σώμα
    • (ειδικότερα) το μπροστινό εσωτερικό μέρος του τμήματος αυτού που περιλαμβάνει το λάρυγγα και τον φάρυγγα
    • (συνεκδοχικά) το τμήμα οποιουδήποτε ρούχου που βρίσκεται στην περιοχή γύρω από το λαιμό ή στην άκρη του
    • (συνεκδοχικά) οτιδήποτε μοιάζει με λαιμό, το τμήμα οποιουδήποτε αντικειμένου στο σημείο που στενεύει και βρίσκεται κοντά στη μία άκρη του
    • (ναυτικός όρος): ισθμός μικρής χερσονήσου, το πάνω άκρο της στήλης ιστού των ιστιοφόρων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λαιμός λαιμώ λαιμοί
Γενική λαιμοῦ λαιμοῖν λαιμῶν
Δοτική λαιμ λαιμοῖν λαιμοῖς
Αιτιατική λαιμόν λαιμώ λαιμούς
Κλητική λαιμέ λαιμώ λαιμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαιμός < αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανόν από τη λέξη λαῖτμα (βυθός, χάσμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαιμός αρσενικό

  1. λαιμός, λάρυγγας
  2. λαιμός μπουκαλιού (μεταγενέστερη έννοια)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λαιμός, ή, όν

  1. θρασύς