λαμέ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- λαμέ < γαλλική lamé
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
λαμέ ουδέτερο άκλιτο
- ύφασμα από γυαλιστερό υλικό που αντανακλά έντονη μεταλλική λάμψη
- (συνεκδοχικά στον πληθυντικό) ρούχα, παπούτσια και διάφορα εξαρτήματα από γυαλιστερό υλικό, συνήθως χαμηλής ποιότητας κι αισθητικής, που αποσκοπούν στον εύκολο εντυπωσιασμό