λαμαρινόβιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαμαρινόβιδα λαμαρινόβιδες
γενική λαμαρινόβιδας
αιτιατική λαμαρινόβιδα λαμαρινόβιδες
κλητική λαμαρινόβιδα λαμαρινόβιδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λαμαρινόβιδα < λαμαρίνα + βίδα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λαμαρινόβιδα θηλυκό

  1. βίδα που έχει ανάλογο σπείρωμα ώστε να είναι κατάλληλη για βίδωμα σε λαμαρίνα, κάθε μυτερή βίδα που έχει σπείρες χοντρές αλλά κοφτερές

32πχ Μεταφράσεις[]