λανθάνων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λανθάνων < αρχαία ελληνική , μετοχή ενεστώτα του λανθάνω

Open book 01.svg Μετοχή[]

λανθάνων, -ουσα, -ον

  1. που παραμένει κρυμμένος και δεν γίνεται αντιληπτός
  2. που κάνει λάθος

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]