λατομείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λατομείο λατομεία
γενική λατομείου λατομείων
αιτιατική λατομείο λατομεία
κλητική λατομείο λατομεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λατομείο < λάα (η πέτρα στα Αρχαία Ελληνικά) + τέμνω, τομή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.tɔ.ˈmi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένα λατομείο

λατομείο ουδέτερο (και λατόμι)

  • μέρος που προσφέρεται για την εξόρυξη πετρωμάτων, που είναι κατάλληλα για οικοδομικές εργασίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]