λαφυραγωγώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λαφυραγωγώ < ελληνιστική κοινή λαφυραγωγέω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

λαφυραγωγώ

  1. παίρνω λάφυρα από τον αντίπαλο, αρπάζω αντικείμενα αξίας μετά από σύγκρουση
    Οι αντινατοϊκοί διαδηλωτές έβαλαν φωτιά σε ελαστικά στο κέντρο της πόλης, εκτόξευσαν βόμβες μολότοφ κατά των αστυνομικών, έσπασαν βιτρίνες και σε ορισμένες περιπτώσεις λαφυραγώγησαν το εσωτερικό των καταστημάτων. ("Σε πεδίο μάχης μετατράπηκε το Στρασβούργο", από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5 Απριλίου 2009)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]