λαχτάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαχτάρα λαχτάρες
γενική λαχτάρας
αιτιατική λαχτάρα λαχτάρες
κλητική λαχτάρα λαχτάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαχτάρα < λαχταρίζω < λαχταρώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαχτάρα θηλυκό

  • έντονη επιθυμία
έχω λαχτάρα να σε δει
  • πρόσωπο ή πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο έντονης επιθυμίας
είσαι η λαχτάρα μου
  • αναμονή με συναισθηματική φόρτιση
περίμενε με λαχτάρα τα αποτελέσματα των εξετάσεων
  • ο μεγάλος φόβος, η ταραχή που ακολουθεί ένα ξαφνικό γεγονός
πέρασα μεγάλη λαχτάρα με την ασθένειά του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]