λαχταρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαχταρώ < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λαχταρώ

  1. (μεταβατικό) επιθυμώ πολύ κάτι ή να δω κάποιον
    θα σου δώσω ό,τι λαχταράει η καρδιά σου
  2. (αμετάβατο) τρομάζω, φοβάμαι για κάποιον
    λαχτάρησα όταν τον είδα μες στα αίματα
  3. (μεταβατικό) τρομάζω κάποιον, τον κάνω να φοβηθεί για μένα
    μας λαχτάρησες με το τηλεφώνημά σου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]