λαϊκός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | λαϊκός | λαϊκή | λαϊκό |
| γενική | λαϊκού | λαϊκής | λαϊκού |
| αιτιατική | λαϊκό | λαϊκή | λαϊκό |
| κλητική | λαϊκέ | λαϊκή | λαϊκό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | λαϊκοί | λαϊκές | λαϊκά |
| γενική | λαϊκών | λαϊκών | λαϊκών |
| αιτιατική | λαϊκούς | λαϊκές | λαϊκά |
| κλητική | λαϊκοί | λαϊκές | λαϊκά |
[
]
Ετυμολογία
- λαϊκός < ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική λαός
[
]
Επίθετο
λαϊκός, -ή, -ό
- που προέρχεται από το λαό ή ανήκει ή αναφέρεται σε αυτόν
- λαϊκή κυριαρχία (η κυριαρχία που ανήκει στο σύνολο του λαού)
- λαϊκός άνθρωπος (που προέρχεται από τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα)
- (σε σχέση με την εκκλησία) που δεν ανήκει στον κλήρο
[
]
Πολυλεκτικοί Όροι
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
που προέρχεται από το λαό
[
]
Ουσιαστικό
λαϊκός αρσενικό
- (θρησκεία) ο μη κληρικός, που δεν έχει χειροτονηθεί σε κανένα βαθμό ιεροσύνης