λαός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαός λαοί
γενική λαού λαών
αιτιατική λαό λαούς
κλητική λαέ λαοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λαός < αρχαία ελληνική λαός (οποιοσδήποτε πλήθος ανθρώπων· αυτό που σήμερα λέμε λαό, στους αρχαίους δηλωνόταν με τη λέξη δήμος).

Προέρχεται από την ρίζα -λας σημαίνουσα την πέτρα, εξ΄ής και λα-τομείον. Κατά τον μύθο ο Δευκαλίων καί η Πύρρα αναδημιούργησαν τους ανθρώπους μετά τον κατακλυσμό, από λίθους.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λαός αρσενικό

  1. ένα έθνος με την ξεχωριστή πολιτιστική του φυσιογνωμία και ταυτότητα
  2. το κυβερνώμενο τμήμα ενός κράτους, σε αντίθεση με τους άρχοντες, αλλά και το τμήμα αυτό από το οποίο, όταν υπάρχει δημοκρατία, απορρέουν όλες οι εξουσίες
  3. τα κατώτερα στρώματα μιας κοινωνίας, κατώτερα από οικονομική άποψη και από άποψη γοήτρου· στην περίπτωση αυτή ο λαός διακρίνεται από την αριστοκρατία, από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα
  4. ο λαγός (στη ναξιακή και ευρύτερη κυκλαδική διάλεκτο)

32πχ Μεταφράσεις[]

Πηγές[]

  • Λεξικό εννοιών Σωκράτη Γκίκα