λείπω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- λείπω < αρχαία ελληνική
[
]
Ρήμα
λείπω
- δεν βρίσκομαι σε έναν ορισμένο τόπο όπως ήταν αναμενόμενο, απουσιάζω
- πάλι λείπει από το σπίτι του;
- η απουσία μου γίνεται αισθητή σε κάποιον
- μου λείπουν οι φίλοι μου
[
]
Μεταφράσεις
λείπω