λειτουργία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λειτουργία λειτουργίες
γενική λειτουργίας λειτουργιών
αιτιατική λειτουργία λειτουργίες
κλητική λειτουργία λειτουργίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λειτουργία < αρχαία ελληνική λειτουργία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /li.tuɾ.ˈʝi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λειτουργία θηλυκό

  1. ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο εργάζεται ένα οργανωμένο σύστημα προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του
    η συνεργασία όλων μας είναι απαραίτητη για την καλή λειτουργία της υπηρεσίας μας
  2. ο ιδιαίτερος ρόλος που παίζει ένα μέρος ενός συστήματος, π.χ. το εξάρτημα μιας μηχανής ή ο τομέας ενός οργανισμού ή το όργανο του σώματος
    η λειτουργία της καρδιάς είναι να τροφοδοτεί τον οργανισμό με αίμα
    η λειτουργία της δευτερεύουσας πρότασης ως αντικειμένου του ρήματος
  3. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται μία μηχανή όταν δουλεύει
    πάτησε ένα κουμπί και έθεσε τον κινητήρα σε λειτουργία
  4. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται μία υπηρεσία ή ένα κατάστημα όταν εργάζεται, είναι ανοιχτό και δέχεται πελάτες
    ώρες λειτουργίας των καταστημάτων
  5. λατρευτική ιεροτελεστία της Εκκλησίας με κέντρο το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ακολουθία
  6. (Αρχαία Αθήνα) τιμητικός τρόπος φορολόγησης των πλούσιων πολιτών, μέσω της υποχρέωσής τους να αναλάβουν και να χρηματοδοτήσουν έργα δημοσίου συμφέροντος, όπως διπλωματικές αποστολές, θεατρικές παραστάσεις, ναυπήγηση πολεμικών πλοίων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λειτουργία λειτουργία λειτουργίαι
Γενική λειτουργίας λειτουργίαιν λειτουργιῶν
Δοτική λειτουργί λειτουργίαιν λειτουργίαις
Αιτιατική λειτουργίαν λειτουργία λειτουργίας
Κλητική λειτουργία λειτουργία λειτουργίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λειτουργία < λειτουργέω/λειτουργῶ < λήϊτον (< λαός) + ἔργον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λειτουργία θηλυκό

  1. υπηρεσία προς τον δήμο
  2. (ιστορία) πολυέξοδη υπηρεσία που αναλάμβαναν οι πλουσιότεροι των πολιτών (γυμνασιαρχία, χορηγία, ἑστίασις, ἀρχιθεωρία, τριηραρχία κ.ά.)
  3. βοήθεια
  4. υπηρεσία προς τον θεό
  5. δημόσια λατρεία των θεών
  6. (ελληνιστική κοινή , μεσαιωνική ελληνική) Θεία Λειτουργία