λεκές
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεκές | λεκέδες |
| Γενική | λεκέ | λεκέδων |
| Αιτιατική | λεκέ | λεκέδες |
| Κλητική | λεκέ | λεκέδες |
Ετυμολογία
- λεκές < τουρκική leke
Προφορά
λεκές από καφέ
Ουσιαστικό
λεκές αρσενικό
- κηλίδα που σχηματίζεται σε κάτι που λερώθηκε, π.χ. σε ένα ρούχο
- (μεταφορικά) κάτι που θίγει την αξιοπρέπεια, την υπόληψη ή την αξία κάποιου
Εκφράσεις
- λεκέ που βγάζει το νερό να μην τον συλλογάσαι : δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για κάτι που διορθώνεται