λεπτό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λεπτό | λεπτά |
| γενική | λεπτού | λεπτών |
| αιτιατική | λεπτό | λεπτά |
| κλητική | λεπτό | λεπτά |
Ετυμολογία [
]
- λεπτό < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
λεπτό ουδέτερο
Εκφράσεις [
]
[
]
Μεταφράσεις [
]
1/60 της ώρας
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
λεπτό