λεπτό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεπτό λεπτά
γενική λεπτού λεπτών
αιτιατική λεπτό λεπτά
κλητική λεπτό λεπτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπτό < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεπτό ουδέτερο

  1. το ένα εξηκοστό της μίας ώρας
  2. το ένα εκατοστό του ενός ευρώ
  3. το ένα εξηκοστό της μίας μοίρας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

λεπτό