λεσβιακό
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
λεσβιακό
- λεσβιακός, στην αιτιατική του ενικού
- ουδέτερο του λεσβιακός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού